Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διασφραγίζομαι
διασφραγίζομαι, seal up
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διασυρτέον
διασύρτης
διασυρτικός
διάσυρτος
διασυρτός
διασύρω
διασύστασις
διασυστατικός
διασφαγή
διάσφαγμα
διασφαιρίζω
διασφαιρόομαι
διασφακτήρ
διασφαλίζομαι
διασφαλισμός
διασφάλλω
διασφάξ
διάσφαξις
διασφάς
διασφάττω
διασφενδονάω
διασφενδονίζω
διασφετερίζομαι
διασφηκόομαι
διασφηκόω
διασφηνόω
διασφήνωσις
διασφίγγω
διασφιγκτέον
διάσφιγξις
διασφραγίζομαι
διασφυδόω
διασφύζω
διάσφυξις
διασχάζω
διάσχεσις
διάσχημα
διασχηματίζω
διασχημάτισις
διασχιδής
διασχίζω
διασχίς
διάσχισις
διάσχισμα
διασχισμός
διασχοινίζομαι
διασχοινίζω
διασχολέομαι
διασχολέω
διασῴζω
διασώζω
διασωματίζω
διασωπάομαι
διασωπάσομαι
διασωπάω
διάσωσις
διάσωσμα
διασωσμός
διασωστέον
διασωστής
διασωστικός
…
διασφραγίζομαι
Save
διασφραγίζομαι, seal up
LSJ
διασφρᾱγ-ίζομαι,
seal up,
LXX
Je.
39(32).10.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}