διασφίγγω
διασφίγγω, bind tight
- bind tight, ζώναις τὴν κοιλίαν Erasistr. ap. Gell. 16.3.8, cf. Antyll. ap. Orib. 7.9.3, Aret. SA 1.5:—Pass., [σώματα] κατὰ τὸ μέσον διεσφιγμένα narrow-waisted, Eun. Hist. p.234 D.; also σφραγῖσι χρυσοδέτοις δ. ib. p.255 D.; dub.l. ib.p.261 D.
1 sujetar c. ac. del cuerpo o partes de él y dat. instrum.
ζώναις ... τὴν κοιλίαν
δεσμοῖς τὰ κάτω ... μέρη
τὰ κατάρχοντα μέλεα
δεσμοῖς οἱ πόδες διασφιγγέσθωσαν
• en perf. pas. estar sujeto
τὰ σώματα ... κατὰ τὸ μέσον διεσφιγμένα
σφραγῖσι χρυσοδέτοις διεσφιγμένοι
2 abs. sujetar con un vendaje
εἰ μὲν κατωτέρω τοῦ μυὸς παντὸς ... διασφίγγοιμεν
3 fig. sujetar, constreñir
ταῖς ἀλύτοις ἀνάγκαις ... τὸν λόγον
4 medic. estrechar, obstruir
πνεύματι βιαίῳ ... πόρους
por efecto de la gota