διατείχιον
διατείχ-ιον, τό, = sq., D.S. 16.12 (s. v.l.).
muro o fortificación D.S.16.12.
διατείχιον, ου (τὸ) c. le suiv. DS. 16, 12, dout.
διατείχιον, τό, = διατείχισμα, DS. 16.12, l.d.
muro o fortificación D.S.16.12.