Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διατέγγω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διάταγμα
διαταγματάριος
διαταγματικός
διαταγμός
διάτακτα
διατακτέον
διατακτέω
διατάκτης
διατακτικός
διατάκτωρ
διαταλαιπωρέω
διαταλαντόομαι
διαταμιεύω
διατάμνω
διατανύω
διαταξίαρχος
διάταξις
διαταράσσω
διαταράττω
διαταραχή
διαταρέω
διάτασις
διατάσσω
διατατικός
διατατικῶς
διατάττω
διαταφρεύω
διαταχέος
διαταχέων
διατάχους
διατέγγω
διατεθρυμμένως
διατείνω
διατειχεύω
διατειχίζω
διατείχιον
διατείχισις
διατείχισμα
διατειχισμός
διατεκμαίρομαι
διατεκταίνω
διατελεία
διατελειόω
διατέλεος
διατελεστέον
διατελευτάω
διατελέω
διατελής
διατέμνω
διατενής
διατέρπομαι
διατερσαίνω
διατεσσάρων
διατεταγμένως
διατεταμένως
διατετηρημένως
διατετμημένως
διατετραίνω
διατεύονται
διατεύοντο
διατήκω
…
διατέγγω
Save
Pape
διατέγγω
,
ganz durchnässen
, Aesch.
Pers
. 531, in tmesi ; Eur.
I.T
. 404,
l.d.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}