διατεθρυμμένως
διατεθρυμμένως, weakly
διατεθρυμμένως, Adv., (διαθρύπτω)
- weakly, Pl. Lg. 922c.
adv. sobre el part. perf. pas. de ἀνοήτως ... καὶ δ. ... ἔχομεν οἱ πλεῖστοι
ref. al espíritu
διατεθρυμμένως, adv. avec mollesse, d’une manière efféminée, Plat. Leg. 922c.
Étym. διαθρύπτω.
διατεθρυμμένως, weichlich, üppig, Plat. Legg. XI.922c.