διαφίστημι Save DGE διαφίστημι 1 apartar, desviar βασιλέα ... εἰς ὀργήν Sardis 20.16 (VI d.C.). 2 en v. med. mantenerse apartado ἀπὸ παντὸς ῥήματος ἀδίκου Thphl.Ant.Autol.3.9.