διαφθείρω
διαφθείρω, διαφθείρω, destroy utterly; corrupt, bribe; seduce; (intrans. 2nd perf.) have been ruined, destroyed
- destroy utterly, πόλιν Il. 13.625; ἔργα διαφθείρεσκε Hdt. 1.36; make away with, kill, τινά Id. 9.88, etc.; destroy, ruin, ἥδʼ ἡμέρα φύσει σε καὶ διαφθερεῖ S. l.c.; τὴν τύχην Id. Ph. 1069; δ. χεῖρα weaken, slacken oneʼs hand, E. Med. 1055; spoil, break, ὑγιῆ λίθον IG 7.3073.33 (Lebad., ii B.C.); τὰ θυρώματα διεφθάρθαι IG 2(2).1046.11; δ. τὴν συνουσίαν break up the party, Pl. Prt. 338d.
- 2 in moral sense, corrupt, ruin, γνώμην A. Ag. 932; δ. τοὺς νέους, τοὺς νεωτέρους, Pl. Ap. 30b, 25a; νεανίσκον συνὼν δ. Eup. 337; esp. corrupt by bribes, Hdt. 5.51; ἀργυρίῳ δ. τινά Lys. 28.9; διαφθειρομένων ἐπὶ χρήμασι D. 18.45; δ. γυναῖκα seduce a woman, Lys. 1.16, etc., cf. E. Ba. 318 (Pass.); δ. τοὺς νόμους falsify, counterfeit them, Isoc. 18.11; γραμματεῖον Id. 17.33 (Pass., ib. 24); τὰ ϝεϝαδηκότα IG 9(1).334.37 (Locr., V. B.C.).
- 3 οὐδὲν διαφθείρας τοῦ χρώματος having changed nothing of his colour, Pl. Phd. 117b.
- 4 of a woman, to lose by miscarriage or premature birth, ἔμβρυα, βρέφος, Hp. Aph. 5.53, Plu. Apophth. Lac. 2.242c: abs., miscarry, Hp. Epid. 7.73, Is. 8.36:—Pass., τῶν διαφθαρεισῶν τὰ ἔμβρυα Hp. Mul. 1.72.
- 5 lose, forget, E. Hipp. 389.
- 6 = διάγω, dub. in Id. Fr. 280.
- II Pass., to be destroyed, δ. ἐπὶ τοῖς ἱματίοις to be murdered for the clothes he wore, Antipho 2.2.5; of animals, freq. in Pap., POxy. 74.14 (ii A.D.), etc.; esp. to be crippled, disabled, Hdt. 1.34; of ships, ib. 166, And. 1.142; to be spoilt, γάλα BGU 1109.11 (i B.C.), cf. Th. 7.84; to be corrupted, αἷμα Gal. 15.297, al.; τὴν ἀκοὴν διεφθαρμένος deaf, Hdt. 1.38; τὰ σκέλεα διεφθάρησαν had their legs broken, Id. 8.28; διέφθαρμαι δέμας τὸ πᾶν S. Tr. 1056; τὰ ὄμματα δ. blinded, Pl. R. 517a; σὰς φρένας E. Hel. 1192; τὸ φρενῶν διαφθαρέν, = φρενοβλάβεια, Id. Or. 297, cf. X. Cyr. 4.1.8: abs., διεφθαρμένος decomposed, of a corpse, Pl. R. 614b.
- III pf. διέφθορα intr., to have lost oneʼs wits, διέφθορας Il. 15.128; also in Hp., διεφθορὸς αἷμα corrupted blood, Mul. 2.134; freq. in later Prose, γάλα δ. ἤδη J. AJ 5.5.4; τὰ δ. σώματα Plu. Util. 2.87c, cf. Sanit. 128e, Luc. Sol. 3, etc.; but,
- 2 in Trag. and Com. always trans. (cf. Ammon. 42, Moer. 127), τὰς . . ἐλπίδας διέφθορεν S. El. 306; τὰς φρένας διέφθορε . . μοναρχία E. Hipp. 1014; τὸν λόγον δ. Cratin. 292, cf. Eup. l.c., Pherecr. 145.15, Ar. Fr. 490, Men. 3.
- IV aor. διέφθειρα intr., became corrupt, LXX Jd. 2.19.
A tr.
I concr.
1 destruir
πόλιν
τὰ τῶν Μυσῶν ἔργα
ἥδ' ἡμέρα φύσει σε καὶ διαφθερεῖ
ese día será tu nacimiento y tu destrucciónἐὰν δὲ πολέμιοι ... [δι]αφθείρωσι τὸν καρπόν
τὰς τῶν ὑπεναντίων παρασκευάς
τὰς γονάς
τὴν γῆν
αἱ νέες
λιμῷ ... ἡ στρατιὴ διαφθερέεται
αὐτοὺς ὑπὸ τῆς σφετέρας στρατιᾶς
• romper
σημαντήριον
τινα ὑγιῆ λίθον
τὴν γραφήν
ὁ διαφθαρεὶς λίθος
ἐνφανίζει τὰ θυρώματα διεφθάρθαι
• fig. matar
ἐκείνους
τοὺς πλείστους
τὸν μὲν Σκόπαν ... φαρμάκῳ
• en v. pas.
ἐπὶ τοῖς ἱματίοις διαφθαρῆναι
• sacrificar
πρ(όβατα) ἓξ
• dilapidar
τὰς οὐσίας
2 alterar, corromper
τοὺς μὲν χυμούς
• devorar, picar, apolillar, Eu.Luc.12.33.
3 perder
τὴν ἡμίσειαν τῆς δυνάμεως
• suj. mujer δ. τὰ ἔμβρυα abortar Hp.Aph.5.53,
τὰ γεννώμενα διαφθείροντες
abortandoτὸ βρέφος
οὐκ ἀνδροκοιτήσει οὐδὲ δια[φθερεῖ τὸ γάλα
τῶν διαφθαρεισέων τὰ ἔμβρυα
de las que han abortadoπλεῖστα διαφθείρεται τῶν κυημάτων
II fig.
1 echar a perder, arruinar c. compl. abstr.
ἡμῶν ὅπως μὴ τὴν τύχην διαφθερεῖς
no sea que eches a perder nuestra suerteπρᾶγμα κάλλιστον
νόστον σόν
ἄελπτον πρᾶγμα ... ψυχὴν διέφθαρκ'
τὴν συνουσίαν
τὰς τῆς φύσεως ... χάριτας
• perf. rad. διέφθορα sólo tr. en trag. y com. echar a perder, arruinar
τὰς ... ἐλπίδας
τὰς φρένας
τὸν λόγον
(μουσικήν)
2 en sent. moral corromper, pervertir c. compl. ref. a pers.
γνώμην μὲν ἴσθι μὴ διαφθεροῦντ' ἐμέ
sábete que jamás pervertiré mi juicio, e.e. no lo desvirtuaréδιαφθερέει σε ὁ ξεῖνος
(ὁ προδότης) τὸ δὲ πλῆθος διαφθείρει
τοὺς νεωτέρους
τοὺς κριτάς
τὴν ἐκείνου ψυχήν
τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων
ᾗ διέφθαρται βίος
τῶν ... διαφθειρομένων ἐπὶ χρήμασι
• tb. en perf. rad. act. corromper
τὸν νεανίσκον ... διέφθορε
τοῦτον τὸν ἄνδρ'
• corromper, seducir
τὴν σὴν γυναῖκα
τὴν κόρην <ὁ> διεφθορώς
3 falsear, falsificar
τοὺς νόμους
τὸ γραμματεῖον
τὰ ϜεϜαδεϙότα
4 aflojar, dejar desfallecer
χεῖρα δ' οὐ διαφθερῶ
no dejaré que mi brazo desfallezcaοὐδὲν ... διαφθείρας ... τοῦ προσώπου
B intr. en v. med.-pas. y perf. rad. act.
I sent. propio
1 de pers. y anim. estar perdido
διέφθορας
¡estás perdido!
• perecer, perderse, destruirse
οἱ μὲν εὐθὺς διεφθείροντο
op. σῴζεσθαι
διαφθαρῆναι πολὺ τοῦ στρατεύματος
λιμῷ διαφθειρόμενοι
διέφθαρμαι δέμας
• romperse
οἱ ἵπποι τὰ σκέλεα διεφθάρησαν
2 estar inutilizado, tullido, disminuido
τῶν οὕτερος μὲν διέφθαρτο, ἦν γὰρ δὴ κωφός
διεφθαρμένος ... τὰ ὄμματα
• sentirse mal, sentir dolor
διεφθορέναι οἱ τὴν γαστέρα πρὸς τὴν ἀδηφαγίαν ᾐτιᾶτο
3 corromperse, estar corrompido de cosas
νεκροί
αἷμα διεφθορός
τὸ σπέρμα διαφθαρέν
γάλα διεφθορὸς ἤδη
τὸ ῥεῦμα ... διαφθαρήσεται
διεφθορότα σώματα
• echarse a perder, retirarse
διὰ τὸ τῆς Καλλιτύχης ἐν ἀσθενείᾳ διατεθείσης διεφθάρθαι τὸ ταύτης γάλα
μὴ] ἀνδροκοιτεῖν πρὸς τὸ μὴ διαφθαρῆναι [τὸ γάλα
II sent. fig.
1 destruirse, estar perdido
διέφθαρτό τε τῷ Κροίσῳ ἡ ἐλπίς
la esperanza de Creso quedó destruidaἢν ἁμάρτωσι ... φιλέουσι διαφθείρεσθαι
si fallan ... suelen estar perdidosμου τὸ δεινὸν καὶ διαφθαρὲν φρενῶν
σὰς διέφθαρσαι φρένας
2 en sent. moral echarse a perder, estar corrompido
ὑπὸ τῶν ... ἐπιθυμιῶν
ὑπὸ τῆς ἄγαν παιδείας διέφθορας
estás corrompido por el exceso de culturaδιεφθαρμένοι τὸν νοῦν
• corromperse, estar lleno de maldad, prevaricar
καὶ πάλιν διέφθειραν ὑπὲρ τοὺς πατέρας αὐτῶν
y de nuevo prevaricaron por encima de sus padres e.d. más que sus padresδιεφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἀνομίαις
1. vernietigen, verwoesten, te gronde richten:
2. bederven, laten verslappen, zwakker maken:
3. veranderen (ten kwade), tenietdoen:
4. moreel bederven, beschadigen, omkopen:
1) zu Grunde richten, vernichten ; πόλιν, Hom. Il. 13.625 ; σῦς διαφθείρεσκε τὰ ἔργα, den Acker verwüsten, Her. 1.36 ; töten, 9.88 ; διαφθαρέονται, sie werden umkommen, 9.42 ; λιμῷ ἡ στρατιὴ διαφθαρέεται 8.108 ; νῆες διεφθάρησαν 1.166 ; διεφθαρέατο, = διεφθαρμένοι ἦσαν, 8.90 ; στρατὸς διέφθαρται Aesch. Pers. 702 ; Ggstz von φύω Soph. O.R. 438 ; ἐλπίδας El. 298 ; διέφθαρμαι δέμας τὸ πᾶν Trach. 1045, u. öfter. So Thuc. u. a. Prosaiker ; διεφθαρμένος, verfault, verwest, Plat. Rep. X.614b ; – dah. = abortieren, Hippocr.; Isae. 8.36.
2) verschlimmern, im Ggstz von βέλτιον ποιεῖν, Plat. Apol. 24d ; von körperlichen Zuständen, τὴν ἀκοὴν διεφθαρμένος, taub, Her. 1.38. vgl. διεφθαρμένος τὰ ὄμματα Plat. Rep. VII.517a ; διέφθαρτο, er war verkrüppelt, Her. 1.34 ; οὐδὲν τρέσας, οὐδὲ διαφθείρας οὔτε τοῦ χρώματος οὔτε τοῦ προσώπου, ohne sich zu entfärben od. die Miene zu verziehen, Plat. Phaed. 117b ; τοὺς ὀφθαλμούς Xen. An. 4.5.12 ; seltner τῷ σώματι, Luc. D.D. 13.2 ; – γυναῖκα δ., neben μοιχεύω, Lys. 13.66 ; τὴν κόρην διεφθορώς Men. Adelph. fr. 6 ; τὸν νεανίσκον συνὼν διέφθορεν Eupol. fr. inc. 51 ; – auch vom Geist ; τὴν γνώμην Aesch. Ag. 1239 ; τὴν φρόνησιν διαφθαρέντες neben ὑπερήφανοι γενόμενοι Isocr. 12.196 ; λύπῃ σὰς διέφθαρσαι φρένας Eur. Hel. 1208, wie wir : den Verstand nehmen, schwächen ; so ὁ νοῦς ὑπʼ οἴνου Isocr. 1.32 ; τὸ διαφθαρὲν φρενῶν, = φρενοβλάβεια, Eur. Or. 297. – Die Gesinnung verderben, verführen, Her. 5.51 ; τοὺς νέους Plat. Euthyphr. 2c u. öfter ; bes. = bestechen, καὶ ὠνεῖσθαί τινα Dem. 9.45, wie διεφθαρμένος κοὶ πεπρακὼς ἑαυτόν 19.13 ; νομῇ χρημάτων τὸν δῆμον Aesch. 2.76 ; ἀργυρίῳ Arist. Pol. 2.6.14 ; u. ohne Zusatz, Her. 5.51. – Auch von Sachen, τὸ γραμματεῖον, verfälschen, Isocr. 17.23 ; wie νόμους 18.11.
[δια- 10.]
3 sing. fut. διαφθέρσει Il. 13.625.
2 sing. pf. διέφθορας Il. 15.128.
- 1
To destroy utterly: πόλιν Il. 13.625.
- 2
In pf., to have lost one’s wits, be beside oneself Il. 15.128.
- 1
- Ito destroy utterly, Il., Hdt., Attic: to make away with, kill, destroy, ruin, Soph., etc.; δ. χέρα to weaken, slacken oneʼs hand, Eur.: to disable a ship, Hdt.:—absol. to forget, Eur.
- 2in moral sense, to corrupt, ruin, Aesch., Plat., etc.:— esp. to corrupt by bribes, Hdt., Dem.: to seduce, Lys.
- 3οὐδὲν διαφθείρας τοῦ χρώματος having changed nothing of his colour, Plat.
- IIPass. to be destroyed, crippled, disabled, Hdt.; τὴν ἀκοὴν διεφθαρμένος deaf, Hdt.: τὰ σκέλεα δ. with their legs broken, Hdt.; τὰ ὄμματα δ. blind, Plat.; τὰς φρένας Eur.; τὸ φρενῶν διαφθαρέν loss of oneʼs mind, Eur.
- IIIperf. διέφθορα is intr. in Hom., to have lost oneʼs wits;— but in Attic trans., Soph., Eur.
-
…ἐξ ἀρετῆς χρήματα καὶ τὰ ἄλλα ἀγαθὰ τοῖς ἀνθρώποις ἅπαντα καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ. εἰ μὲν οὖν ταῦτα λέγων διαφθείρω τοὺς νέους, ταῦτʼ ἂν εἴη βλαβερά · εἰ δέ τίς μέ φησιν ἄλλα λέγειν ἢ ταῦτα, οὐδὲν λέγει…
Plato, Apology
-
…οἷός τʼ ὢν ποιεῖν ἢ πάνυ ὀλίγοι, οἱ ἱππικοί, οἱ δὲ πολλοὶ ἐάνπερ συνῶσι καὶ χρῶνται ἵπποις, διαφθείρουσιν ; οὐχ οὕτως ἔχει, ὦ Μέλητε, καὶ περὶ ἵππων καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων ζῴων ; πάντως δήπου ,…
Plato, Apology
-
…σῴζεσθαι κτίζοντες πόλεις · ὅτʼ οὖν ἁθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους ἅτε οὐκ ἔχοντες τὴν πολιτικὴν τέχνην, ὥστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο. Ζεὺς οὖν δείσας περὶ τῷ γένει ἡμῶν μὴ ἀπόλοιτο πᾶν, Ἑρμῆν πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ…
Plato, Protagoras
-
…νέοι διαφθείρονται καὶ τίνες οἱ διαφθείροντες αὐτούς. καὶ κινδυνεύει σοφός τις εἶναι, καὶ τὴν ἐμὴν ἀμαθίαν κατιδὼν ὡς διαφθείροντος τοὺς ἡλικιώτας αὐτοῦ, ἔρχεται κατηγορήσων μου ὥσπερ πρὸς μητέρα πρὸς τὴν πόλιν. καὶ φαίνεταί μοι τῶν πολιτικῶν μόνος…
Plato, Euthyphro
-
…ταῦτα, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ἀληθῆ ἐστιν καὶ εὐέλεγκτα. εἰ γὰρ δὴ ἔγωγε τῶν νέων τοὺς μὲν διαφθείρω τοὺς δὲ διέφθαρκα, χρῆν δήπου, εἴτε τινὲς αὐτῶν πρεσβύτεροι γενόμενοι ἔγνωσαν ὅτι νέοις οὖσιν αὐτοῖς ἐγὼ κακὸν πώποτέ…
Plato, Apology
-
…· ὁ δὲ Θεόκριτος οὗτος ἑταῖρος ἦν τῷ Ἀγοράτῳ καὶ ἐπιτήδειος. ἡ δὲ βουλὴ ἡ πρὸ τῶν τριάκοντα βουλεύουσα διέφθαρτο καὶ ὀλιγαρχίας ἐπεθύμει, ὡς ἴστε, μάλιστα. τεκμήριον δέ · οἱ γὰρ πολλοὶ ; οἱ ; ἐξ ἐκείνης…
Lysias, Speeches
-
…ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ἀληθῆ ἐστιν καὶ εὐέλεγκτα. εἰ γὰρ δὴ ἔγωγε τῶν νέων τοὺς μὲν διαφθείρω τοὺς δὲ διέφθαρκα, χρῆν δήπου, εἴτε τινὲς αὐτῶν πρεσβύτεροι γενόμενοι ἔγνωσαν ὅτι νέοις οὖσιν αὐτοῖς ἐγὼ κακὸν πώποτέ τι συνεβούλευσα ,…
Plato, Apology
-
…, ὅτι Μελήτῳ τούτων οὔτε μέγα οὔτε μικρὸν πώποτε ἐμέλησεν. ὅμως δὲ δὴ λέγε ἡμῖν, πῶς με φῂς διαφθείρειν, ὦ Μέλητε, τοὺς νεωτέρους ; ἢ δῆλον δὴ ὅτι κατὰ τὴν γραφὴν ἣν ἐγράψω θεοὺς διδάσκοντα μὴ νομίζειν…
Plato, Apology
-
…ἐστιν ἐπαΐων, ὃν δεῖ καὶ αἰσχύνεσθαι καὶ φοβεῖσθαι μᾶλλον ἢ σύμπαντας τοὺς ἄλλους ; ᾧ εἰ μὴ ἀκολουθήσομεν, διαφθεροῦμεν ἐκεῖνο καὶ λωβησόμεθα, ὃ τῷ μὲν δικαίῳ βέλτιον ἐγίγνετο τῷ δὲ ἀδίκῳ ἀπώλλυτο. ἢ οὐδέν ἐστι τοῦτο ;…
Plato, Crito
-
…οὖν ἡμεῖς τε ῥᾷστα διδάξομεν καὶ ὑμεῖς μαθήσεσθε, ἐντεῦθεν ὑμῖν ἄρξομαι διηγεῖσθαι. ἐπειδὴ γὰρ αἱ νῆες αἱ ὑμέτεραι διεφθάρησαν καὶ τὰ πράγματα ; τὰ ; ἐν τῇ πόλει ἀσθενέστερα ἐγεγένητο, οὐ πολλῷ χρόνῳ ὕστερον αἵ τε νῆες αἱ…
Lysias, Speeches