διαφιλονεικέω
διαφιλονεικέω, to dispute earnestly
διαφῐλο-νῑκέω,
- dispute earnestly, Arist. SE 165b13, Plu. Alex. 29, D.L. 3.34.
1 intr. disputar, rivalizar Arist.SE 165b13, Plu.l.c., D.L.3.34,
ἀλλήλαις
πρὸς τοὺς τοιούτους
ὁ υἱὸς τῷ πατρί
περὶ τῆς κλήσεως
περὶ τῶν ὑμετέρων καλῶν
2 tr. debatir
ταῦτα ... ἐς ἀλλήλους
πολλά
δια·φιλονεικέω-ῶ (ao. διεφιλονείκησα) [φῐ] être en lutte, disputer fortement avec qqn, Arstt. Soph. el. 3, 1 ; Plut. Alex. 29 ; DL. 3, 34.
διαφιλονεικέω, untereinander wetteifern ; καὶ ἀγωνίζεσθαι ἐν τοῖς λόγοις Arist. Soph.Elench. 3 ; Plut. Alex. 29 ; πρός τινα, Iambl. v. Pyth. 22.
διαφιλονεικέω
fut. ήσω
- to dispute earnestly, Plut.