διαφθαρτικός
διαφθαρτικός, destructive, fatal
διαφθαρτικός, ή, όν,
- destructive, fatal, Arist. Pr. 865a8, Poll. 5.132.
destructivo
φάρμακον
δ. τῆς ψυχῆς
διαφθαρτικός, ή, όν, verderblich, φάρμακον Poll. 5.132.