διαφθορεύς
διαφθορεύς, a corrupter
διαφθορ-εύς, έως, ὁ,
- corrupter, νόμων, ἀνθρώπων, Pl. Cri. 53c; τῶν νέων Them. Or. 23.296b: as fem., E. Hipp. 682.
1 destructor
φίλων
τῶν νόμων
ὧν ἔδρασαν ἐκεῖνοι
τῶν ἱερῶν
τοῦ Περσῶν γένους
τῆς οἰκίας
τῶν εὖ καθεστώτων
2 corruptor
νέων
τῆς εὐταξίας
διαφθορεύς, έως (ὁ) qui détruit, d’où qui viole (les lois) Plat. Crit. 53c ; qui corrompt (les jeunes gens, etc.) Plat. Crit. 53c ; qui profane (un temple) Str. 575 ; qui cause la perte de, Eur. Hipp. 682 (au voc. -ορεῦ) joint à un fém.
Étym. διαφθείρω.
διαφθορεύς, ὁ, Verderber, Zerstörer, Verführer ; νόμων Plat. Crit. 53c ; νέων Themist.; ἱερῶν Strab. XII.575. ·
διαφθορεύς, έως,
from διαφθείρω
- a corrupter, τῶν νόμων Plat.:—as fem. in Eur.