διαφθορέω
διαφθορ-έω,
- = διαφθείρω, dub. in Procop. Aed. 6.5.
destruir
αὐτά (τείχη)
διαφθορέω, = διαφθείρω, l.d. , ὑπὸ κυνῶν διαφθορεύμενος, Her. 7.10.8, bessere Lesart διαφορεύμενος.
destruir
αὐτά (τείχη)