διαφυράω
1 mezclar con agua
διαφυρᾶν τὰ ἄλφιτα πρὸς τὸ ποιῆσαι μάζας
• con saliva masticar Dsc.Ther.2.
2 empapar
κροκύδα διαφυράσας ... οὕτω σμῆχε τοὺς τόπους
διαφυράω, [ῡ], durchkneten, Hesych.
1 mezclar con agua
διαφυρᾶν τὰ ἄλφιτα πρὸς τὸ ποιῆσαι μάζας
• con saliva masticar Dsc.Ther.2.
2 empapar
κροκύδα διαφυράσας ... οὕτω σμῆχε τοὺς τόπους