διαφύρω Save DGE Bailly 2024 διαφύρω mezclar en v. pas. τριὰς τελεία ... οὐδὲ πρὸς ἑαυτὴν διαφυρομένη Epiph.Const.Haer.76.37 (cód.). δια·φύρω, c. le préc. Diosc. Iob. 2.