διαψαλίζω
διαψαλίζω, clip with scissors
διαψᾰλίζω,
- clip with scissors, Paul.Aeg. 4.48:—Pass., Gal. 11.130.
cortar con tijeras en v. pas.
τῆς περιβαλλομένης ἔξωθεν ἐμπλάστρου τῷ κόλπῳ διεψαλισμένης