διαψέγω
διαψέγω, censure thoroughly
διαψέγω, strengthd. for ψέγω, Pl. Lg. 639a, Ael. VH 2.2.
censurar
αἶγας ... δρώσας κακά
γραφὰς ... σπουδαίως ἐκπεπονημένας
διὰ τοὺς τυφλώττοντας τοὺς ὀφθαλμοὺς ... δ.
δια·ψέγω, blâmer fortement, Plat. Leg. 639a ; El. V.H. 2, 22.
διαψέγω, verstärktes ψέγω ; Plat. Legg. I.639a ; Ael. V.H. 2.22.