διδυμόζυξ
δῐδῠμό-ζυξ, ῠγος, ὁ, ἡ, = foreg., δίφρος Nonn. D. 21.212; αὐλός ib. 23.211.
de dos caballos
δίφρος
• fig. doble
αὐλός
διδυμό·ζυξ, υγος (ὁ, ἡ) [ῐῠῠγ] c. le préc. Nonn. D. 21, 210.
διδυμόζυξ, υγος, doppelgespannt, δίφρος, zweispännig, Nonn. D. 21.210.