διερευνητικός
διερευν-ητικός, ή, όν, Ptol. Tetr. 57. Adv. -κῶς ib. 7.
1 capaz de investigar c. gen.
μαθημάτων
δ. τῶν ὄντων διάνοια
2 adv. -ῶς con capacidad investigadora
κἂν δ. ... τοῖς μαθήμασι προσέρχηται
διερευνητικός, ή, όν, propre à fouiller avec soin, à scruter, gén. Nyss. 1, 54d.
Étym. διερευνάω.
διερευνητικός, ή, όν, zum Durchspüren geschickt, Ptol.