Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διπολιώδης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διπλοτριπλόω
διπλουκάριος
διπλοῦς
διπλοψυχέω
διπλόω
διπλῳδέομαι
δίπλωμα
διπλωμάτιον
διπλῶς
διπλωσίδιον
δίπλωσις
δίπνοος
διπόδης
διποδία
διποδιάζω
διποδιαῖος
διποδίζω
διποδισμός
δίποδος
Δίποινα
Δίποινος
διπόλεια
Διπόλεια
διποληΐς
Διπόλια
Διπολιασταί
Διπολίεια
δίπολις
διπολίτης
Διπολιώδης
διπολιώδης
δίπολος
δίπορος
δίπος
διπόταμος
διπούνδιος
δίπους
δίππευσις
διπριόνιον
διπροσωπίτης
διπρόσωπος
δίπρυμνος
δίπρῳρος
δίπτερος
διπτέρυγος
δίπτυκτος
δίπτυξ
δίπτυον
δίπτυχα
διπτυχής
διπτυχίζω
διπτύχιον
δίπτυχος
δίπτωτος
διπύθμενος
διπύθμην
δίπυκνος
δίπυλις
δίπυλος
διπυργία
διπυργιαῖος
…
διπολιώδης
Save
Pape
διπολιώδης
, [δῑ], ες, nach Weise der Διπόλια, =
altfränkisch
, Ar.
Nub
. 971.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}