δολιχοδρομέω
δολιχοδρομέω, to run the long course
δολῐχο-δρομέω,
- run the δόλιχος, Aeschin. 3.91.
correr el
δόλιχος
ὁ δὲ ἄριστα δολιχοδρομήσων τοὺς μὲν ὤμους καὶ τὸν αὐχένα κεκρατύσθω
δολιχοδρομέω-ῶ (part. ao. -δρομήσαντα) [ῐ] fournir la course du long stade, Eschn. 66, 32.
Étym. δολιχοδρόμος.
δολιχοδρομέω, den Dolichos laufen, Aesch. 3.91 ; στάδιον Poll. 3.146.
δολιχοδρομέω
δολῐχοδρομέω,
fut. -ήσω
- to run the δόλιχος, Aeschin. from δολῐχοδρόμος