δολιχόεις
δολῐχό-εις, εσσα, εν, Ion. δουλ-,
- = δολιχός, AP 6.4 (Leon.).
largo
δούρατα
*δολιχόεις, seul. ion. δουλιχόεις, όεσσα, όεν [ῐ] c. δολιχός, Anth. 6, 4.
δολιχόεις, εσσα, εν, p. = δολιχός ; nur δουλιχόεις, Leon.Tar. 24 (VI.4).