δυσκληρία
infortunio, desgracia
τοῦ βίου δυσκληρίαι
δ. ψυχῆς
ἐχέτω παραψυχὴν τῆς ἑαυτῆς δυσκληρίας
δυσκληρία, ας (ἡ) c. le préc. Bas. 3, 316 Migne ; Nyss. 3, 1081 Migne.
Étym. δύσκληρος.
δυσκληρία, ἡ, unglückliches Los, Unglück, Sp.
infortunio, desgracia
τοῦ βίου δυσκληρίαι
δ. ψυχῆς
ἐχέτω παραψυχὴν τῆς ἑαυτῆς δυσκληρίας