δυσκάτοχος Save LSJ DGE Pape δυσκάτοχος, v. δυσκάθεκτος. δυσκάτοχος -ον difícil de retener Πλοῦτος Luc.Tim.29. δυσκάτοχος, = δυσκάθεκτος, v.l. Luc. Tim. 29.