εὐανάτροφος Save εὐανάτροφος, well-fed LSJ Pape εὐανά-τροφος, ον, well-fed, Sch. Lyc. 307. εὐανάτροφος, wohlgenährt, Erkl. von εὔγλαγος, Schol. Lycophr. 307.