εὐανορία
εὐᾱνορία, ἡ, Dor. for εὐηνορία.
εὐανορία, v. *εὐηνορία.
εὐανορία, [ᾱν], ἡ, dor. für εὐηνορία.
εὐᾱνορία pl.,
- 1hosts of noble men αἰτήσων πόλιν εὐανορίαισι τάνδε κλυταῖς δαιδάλλειν O. 5.20
εὐανορία
εὐᾱνορία, ἡ,
Doric for εὐηνορία.