Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐαντόλως
εὐαντόλως, correpte
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐανάσειστος
εὐανασκεύαστος
Εὐάνασσα
εὐανάστροφος
εὐανάσφαλτος
εὐανάτμητος
εὐανάτρεπτος
εὐανάτροφος
εὐανδρέω
Εὐάνδρη
εὐανδρία
Εὐανδρίδης
εὔανδρος
Εὔανδρος
εὐάνεμος
εὐάνετος
εὐάνθεμον
εὐάνθεμος
εὐανθέω
Εὐάνθη
εὐανθής
Εὐάνθης
εὐάνιος
εὐάνοικτος
εὐανορία
εὐαντέω
εὐάντης
εὐαντής
εὐάντητος
εὐαντίλεκτος
εὐαντόλως
εὐάντυξ
εὐάνωρ
εὐάξιος
εὐαξίωτος
εὔαξος
εὐάξων
εὐαπάλλακτος
εὐαπαλλάκτως
εὐαπαντησία
εὐαπάντητος
εὐαπάρτιστος
εὐαπάτητος
εὐαπήγητος
εὐαπόβατος
εὐαπόβλητος
εὐαπόδεικτος
εὐαπόδεκτος
εὐαπόδοτος
εὐαποκριτικός
εὐαπόκριτος
εὐαποκρίτως
εὐαποκύλιστος
εὐαπολόγητος
εὐαπόλυτος
εὐαπόνιπτος
εὐαπόπλυτος
εὐαπόπνοος
εὐαπόπτωτος
εὐαπόρρυτος
εὐαπόσβεστος
…
εὐαντόλως
Save
εὐαντόλως, correpte
LSJ
εὐαντόλως,
correpte,
Gloss.
(dub. l.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}