Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐαναδίδακτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐάκουστος
εὐάκτιν
εὐαλαζόνευτος
εὐαλάκατος
Εὐάλας
εὐαλδέως
εὐαλδής
εὐαλής
εὐαλθής
εὐάλιος
εὐαλκής
Εὐάλκης
Εὐαλκίδας
Εὔαλκος
εὐαλλοίωτος
εὐαλούστερος
εὐαλσής
εὐάλφιτος
εὐαλῶς
Εὐαλωσία
εὐάλωτος
εὐαμερ
εὐαμερία
εὐάμπελος
εὐάμπυξ
εὐάν
εὔαν
εὐανάβλαστος
εὐανάγνωστος
εὐανάγωγος
εὐαναδίδακτος
εὐαναδιδάκτως
εὐανάδοτος
εὐανάκλητος
εὐανακλήτως
εὐανακόμιστος
εὐανάληπτος
εὐανάλυτος
εὐανάλωτος
εὐανάμνηστος
εὐανάπειστος
εὐανάπνευστος
εὐανάσειστος
εὐανασκεύαστος
Εὐάνασσα
εὐανάστροφος
εὐανάσφαλτος
εὐανάτμητος
εὐανάτρεπτος
εὐανάτροφος
εὐανδρέω
Εὐάνδρη
εὐανδρία
Εὐανδρίδης
εὔανδρος
Εὔανδρος
εὐάνεμος
εὐάνετος
εὐάνθεμον
εὐάνθεμος
εὐανθέω
…
εὐαναδίδακτος
Save
Pape
εὐαναδίδακτος
,
leicht eines Andern zu belehren
, adv., M.Ant. 1.7,
l.d.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}