εὐάλφιτος
εὐάλφιτος, of good meal
εὐάλφῐτος, ον,
- of good meal, AP 7.736 (Leon.).
εὐ·άλφιτος, ος, ον [ῐ] préparé avec de belle farine, Anth. 7, 736.
Étym. εὖ, ἄλφιτον.
εὐάλφιτος, φύστη Leon.Tar. 55 (VII.736), von gutem Gerstenmehl.
εὐάλφιτος
εὐ-άλφῐτος, ον
ἄλφιτον
- of good meal, Anth.