Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐαλδέως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Εὐαιμονίδης
εὐαιμορράγητος
εὔαιμος
Εὐαίμων
εὐαίνετος
Εὐαίνετος
εὐαίνητος
εὐαίρετος
Εὐαίσης
εὐαισθησία
εὐαισθητέω
εὐαισθητικός
εὐαίσθητος
εὐαισθήτως
εὐαίων
Εὐαίων
εὐαίως
Εὐάκαι
εὐάκεστος
εὐακέως
εὐακής
εὐακοέω
εὐακόλουθος
εὐακόνητος
εὐάκοος
εὐάκουστος
εὐάκτιν
εὐαλαζόνευτος
εὐαλάκατος
Εὐάλας
εὐαλδέως
εὐαλδής
εὐαλής
εὐαλθής
εὐάλιος
εὐαλκής
Εὐάλκης
Εὐαλκίδας
Εὔαλκος
εὐαλλοίωτος
εὐαλούστερος
εὐαλσής
εὐάλφιτος
εὐαλῶς
Εὐαλωσία
εὐάλωτος
εὐαμερ
εὐαμερία
εὐάμπελος
εὐάμπυξ
εὐάν
εὔαν
εὐανάβλαστος
εὐανάγνωστος
εὐανάγωγος
εὐαναδίδακτος
εὐαναδιδάκτως
εὐανάδοτος
εὐανάκλητος
εὐανακλήτως
εὐανακόμιστος
…
εὐαλδέως
Save
Bailly 2024
εὐαλδέως,
adv.
avec une vigoureuse croissance,
Hpc.
2, 19
.
Étym.
εὐαλδής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}