εὐαλάκατος
εὐᾱλάκᾰτος [ᾰκ], ον, Aeol. for εὐηλ-, Theoc. 28.22.
εὐαλάκατος, v. *εὐηλάκατος.
εὐαλάκατος, [ᾱλ], dor. = εὐηλάκατος, Theocr.
εὐαλάκατος
- 1with fine distaff εὐαλάκ[ Πα. 7. a. 4.
εὐαλάκατος
εὐᾱλάκατος, ον
Doric for εὐηλάκατος