εὐδεινός Save LSJ Pape εὐδεινός, ή, όν, later contr. of εὐδιεινός, Orph. H. 22.5 codd.: Comp. -ότερος An.Ox. 2.207; also εὐδινή (v.l. -διεινή) Str. 6.3.9, cf. OGI 194.22 (Egypt, i B.C.), Hsch. εὐδεινός, Opp. H. 21.5, l.d. S. εὐδιεινός.