εὐεργετητικός
εὐεργετητικός, beneficent
εὐεργετ-ητικός, ή, όν,
- beneficent, v.l. in Arist. EN 1171b16, cf. Gloss.
εὐεργετητικός, ή, όν, c. le suiv. Arstt. Nic. 9, 11 dout.
Étym. var. εὐεργετικός.
εὐεργετητικός, ή, ὀν, zum Wohltun geneigt, als v.l. für εὐεργετικός Arist. Eth. 9.11 u. sonst.