εὐκατέακτος Save Bailly 2024 Pape εὐ·κατέακτος, ος, ον, fragile, Artém. 1, 66. Étym. εὖ, *κατέαξα, de κατάγνυμι ; cf. εὐκάτακτος. εὐκατέακτος, = εὐκάτακτος, Artemid. 1.66.