εὐκατάσκεπτος
εὐκατάσκεπτος, convenient for inspection
εὐκατά-σκεπτος, ον,
- convenient for inspection, Hp. Fract. 30, Gal. 2.700.
εὐ·κατάσκεπτος, ος, ον, facile à examiner, Hpc. Fract. 772 ; Gal. 4, 184.
Étym. εὖ, κατασκέπτομαι.
εὐκατάσκεπτος, gut zu besehen, Hippocr.