εὐνήτης
εὐνήτης, husband, bedmate
εὐν-ήτης, ου, Dor. εὐν-άτας, ὁ,
- = εὐνητήρ, E. Med. 159 (lyr.), cf. Hsch.:—fem. εὐν-ήτρια, S. Tr. 922 codd. (leg. -άτρια).
εὐνήτης, ὁ, = ἀνήρ, Hesych.
εὐνήτης, ου,
= εὐνητήρ, Eur.:—fem. εὐνήτρια, Soph.