θαυματούργημα
θαυματούργημα, wonder-work
θαυμᾰτούργ-ημα, ατος, τό,
- wonder-work, Ph. 2.93 (pl.), Hld. 10.39.
θαυματούργημα, ατος (τὸ) [ᾰτ] tour d’adresse, prodige, Hld. 10, 39.
Étym. θαυματουργέω.
θαυματούργημα, τό, Wunder, Gaukelei, Heliod. 10.39.