θαυματουργός
θαυματουργός, acrobats
θαυμᾰτουργ-ός, όν,
- = θαυματοποιός, γυναῖκες acrobats, Ath. 4.129d.
- II puppet-maker or -showman, Hero Aut. 1.7 (pl.).
θαυματουργός, ός, όν [ᾰ] qui fait des tours d’adresse, Ath. 129d.
Étym. θαῦμα, ἔργον.
θαυματουργός, = θαυματοποιός, Ath. IV.129d u. a.Sp.