θέλυμνα
θέλυμνα, foundations
θέλυμνα, ων, τά,
- = θέμεθλα, foundations or elements of things, θ. τε καὶ στερεωπά cj. for θελημνά, θελημά, Emp. 21.6. (Cf. προθέλυμνος, τετραθέλυμνος.)