θελοντής
θελοντής, οῦ, ὁ,
- = ἐθελοντής (q.v.), Hierocl. p.56 A., v.l. in Hdt. 6.92.
θελοντής, οῦ, adj. m. c. ἐθελοντής, Porph.
Étym. θέλω.
θελοντής, = ἐθελοντής, Porphyr. Schol. Hom. p. 246 Valcken