θεομίσητος Save LSJ Bailly 2024 Pape θεο-μίσητος [ῑ], ον, = θεομῑσής I, Arist. (?) in PLit.Lond. 112, Ph. 2.202. θεο·μίσητος, ος, ον [ῑ] c. le préc. Phil. 2, 202. θεομίσητος, gottverhaßt, K.S.