θεοπληξία
θεο-πληξία, ἡ,
- = θεοβλάβεια, Oenom. ap. Eus. PE 5.36.
θεο·πληξία, ας (ἡ) châtiment infligé par Dieu, Œnom. (Eus. P.E. 234c).
Étym. θ. πλήσσω.
θεοπληξία, ἡ, = θεοβλάβεια, Sp.