θεόπρεπτος Save LSJ Bailly 2024 Pape θεόπρεπ-τος, ον,= foreg., v.l. in A. Pers. 905 (lyr.). θεό·πρεπτος, ος, ον, c. le préc. Sib. Étym. θ. πρέπω. θεόπρεπτος, = θεοπρεπής, Or.Sib.