θριδακίας Save LSJ Bailly 2024 θρῐδᾰκ-ίας, ου, ὁ, = μανδραγόρας θῆλυς, Dsc. 4.75. θριδακίας, ου (ὁ) [ῐᾰκ] sorte de mandragore, Diosc. 4, 76. Étym. θρίδαξ.