θριγγίον Save LSJ Bailly 2024 Pape θριγγίον, θριγ-γός, θριγ-γόω, later forms for θριγκίον, etc. θριγγίον, ου (τὸ) réc. c. θριγκίον, Eum. 3, p. 65 ; 11, p. 410. θριγγίον, Sp., weichere Form für θριγκίον ; – θριγγεῖον, Eum., ist f.l.