θυλακίτης
θυλακίτης, common
θῡλακ-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- = sq., only fem. θυλακῖτις μήκων the common poppy (cf. θυλακίς), Dsc. 4.64; θ. νάρδος,= ὀρεινὴ ν., Id. 1.9.