θυίω
θυίω, to be inspired
θυίω,
- = θύω, to be inspired, subj. θυίωσι h.Merc. 560.
- II = θύω (B), Hes. Th. 131 (Pap.), v.l. in A.R. 3.755, Nic. Th. 129.
θυίω, = θύω, vom prophetischen Wahnsinn, H.h. Merc. 560. Bei Hesych. auch θυιωθείς, μανείς.
θυίω = θύω,
- 1rage κασιγνήταν μένει θυίοισαν ἀμαιμακέτῳ (W. Schulze: θύοισαν codd.) P. 3.33 ἁ Κοιογενὴς ὠδίνεσσι θυίοισʼ ἀγχιτόκοις (W. Schulze: θύοις, θείαις codd. Strabonis) fr. 33d. 4.
θυίω
θυΐω,
= θύω,
- to be inspired, Hhymn.