καναχός
καναχός, noisy
κᾰνᾰχ-ός, ή, όν,
- noisy, κ. βάτραχοι Nic. Th. 620.
καναχός, ή, όν [ᾰᾰ] bruyant, retentissant, Nic. Th. 620.
Étym. καναχή, cf. καναχής.
καναχός, = καναχής, βάτραχοι Nic. Ther. 620.