Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθεδράριον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθαρότευκτος
καθαρότης
καθαρουργεῖον
καθαρουργία
καθαρουργικός
καθαρουργός
καθαροφόνος
καθαρπαγή
καθαρπάζω
καθάρσιος
κάθαρσις
καθαρτέον
καθαρτέος
καθαρτήρ
καθαρτήριος
καθαρτής
καθαρτικός
καθάρτρια
κάθαρτρον
καθάρυλλος
καθαρύλλως
καθαρώδης
καθαρῶς
καθαυαίνω
καθαυτό
καθαυτόν
κάθαψις
κάθε
καθεδοῦμαι
καθέδρα
καθεδράριον
καθέδριον
καθέδριος
καθεδρωτός
καθέζομαι
καθέηκα
καθείατο
καθεῖκα
καθειλίσσω
καθείλομεν
καθεῖλον
καθεῖμαι
καθείμαρμαι
καθείμαρται
καθειμένος
καθειμένως
καθεῖναι
καθειργμός
καθείργνυμι
καθείργω
κάθειρξις
καθεῖς
καθεῖσα
καθεῖσαν
καθεῖσε
καθειστόν
καθέκαστα
καθεκάστην
καθεκούσιος
καθεκτέον
καθεκτέος
…
καθεδράριον
Save
LSJ
καθεδρ-άριον, τό, Dim. of foreg.,
POxy.
963 (ii/iii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}