καθείατο
καθείατο, Ep. for ἐκάθηντο, 3 pl. impf. of κάθημαι.
καθείατο, v. κάθημαι.
καθείατο, ep. = ἐκάθηντο.
καθείατο
3 pl. impf. κάθημαι.
καθείατο : see κάθημαι.
3 pl. impf. κάθημαι.