Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθαυτό
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθαρμός
καθάρμοσις
καθαροδίαιτος
καθαρολογέω
καθαροποιέω
καθαρός
καθαρότευκτος
καθαρότης
καθαρουργεῖον
καθαρουργία
καθαρουργικός
καθαρουργός
καθαροφόνος
καθαρπαγή
καθαρπάζω
καθάρσιος
κάθαρσις
καθαρτέον
καθαρτέος
καθαρτήρ
καθαρτήριος
καθαρτής
καθαρτικός
καθάρτρια
κάθαρτρον
καθάρυλλος
καθαρύλλως
καθαρώδης
καθαρῶς
καθαυαίνω
καθαυτό
καθαυτόν
κάθαψις
κάθε
καθεδοῦμαι
καθέδρα
καθεδράριον
καθέδριον
καθέδριος
καθεδρωτός
καθέζομαι
καθέηκα
καθείατο
καθεῖκα
καθειλίσσω
καθείλομεν
καθεῖλον
καθεῖμαι
καθείμαρμαι
καθείμαρται
καθειμένος
καθειμένως
καθεῖναι
καθειργμός
καθείργνυμι
καθείργω
κάθειρξις
καθεῖς
καθεῖσα
καθεῖσαν
καθεῖσε
…
καθαυτό
Save
Pape
καθαυτό
, = καθʼ αὑτό,
an und für sich
, absolut, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}