καθαυαίνω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape καθαυαίνω, v. καταυαίνω. καθ·αυαίνω [κᾰ] c. καταυαίνω, Luc. Am. 12. καθ-αυαίνω zie καταυαίνω. καθαυαίνω, att. = καταυαίνω.